Αεροπορική Αναγνώριση

Αεροπορική Αναγνώριση
Εξάντας 1989


Παρουσίαση:


Χρονολογικά ορόσημα αυτής της ιστορίας είναι η κατάληψη της Σμύρνης από τους Τούρκους και ο ελληνοϊταλικός πόλεμος. ο Μεσοπόλεμος. Περίοδος όπου το σκηνικό μέσα στο οποίο τα πρόσωπα του έργου αναζητούν τα ατομικά τους πεπρωμένα αλλάζει συνεχώς: Μιά αποτυχημένη προσπάθεια εθνικού εκσυγχρονισμού, μια κομματική διαμάχη που παίρνει μορφή εμφύλιου διχασμού, η διεθνής οικονομική κρίση και η δικτατορία - ως εδώ βρισκόμαστε στο γνωστό σενάριο. Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο, για μας σημαντικό: Κατά την περίοδο αυτή σημειώνεται η "ψυχολογική" γέννηση της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, αυτό το καινούργιο "χαρμάνι" που μοιάζει τώρα οριστικό. Αυτό είναι που φέρνει κοντά μας την προσωπική μοίρα των μυθιστορηματικών ηρώων - ή και αντίστροφα, μας πάει κοντά τους.

Παρ' όλη λοιπόν την παρουσία της Ιστορίας, δεν πρόκειται για "ιστορικό μυθιστόρημα" . Μέσα από την ιλαροτραγωδία της γενιάς του Μεσοπολέμου μας γνέφει το δικό μας πρόσωπο, κατά το μέτρο που οι τότε ορίζοντες αποτελούν πάντα το φραγμό που οριοθετεί τις ατομικές και συλλογικές μας επιλογές. Κάτι που μοιάζει τερατώδες αν αναλογιστούμε τα όσα επακολούθησαν, από την Κατοχή και την Αντίσταση μέχρι την προσχώρηση στην Ευρώπη, περνώντας από δύο εμφύλιους πόλεμους και μια νέα διστατορία. Αλλά ακριβώς, αυτό το τερατώδες είναι η πραγματικότητα που μυθιστορείται. Σαν την αναζήτηση μιας χαμένης ταυτότητας.




Απόσπασμα:


Οι αξιωματικοί διασχίζουν χώρους ερημικούς, αποφεύγοντας στοίβες υλικού που υφίσταται στα βιβλία απογραφής, αλλά είναι πια άχρηστο. Προσέχουν πού πατάνε. Το ρολόι του Σταθμού σημαίνει μία και τέταρτο. Χρόνος τόσο συμβατικός, όσο και η ημερομηνία που τη στιγμή εκείνη είναι διπλή, 14 Νοεμβρίου για την Ελλάδα, 21 Νοεμβρίου για την Ευρώπη. Το Γρηγοριανό ημερολόγιο δεν έχει ακόμη εφαρμοστεί εδώ, θα εφαρμοστεί ακριβώς ογδονταεφτά μέρες αργότερα, στις 16 Φεβρουαρίου του 1923 που γίνεται 1η Μαρτίου. Οι έξη υπαίτιοι της μικρασιατικής καταστροφής, πρωθυπουργοι, υπουργοί και στρατηγοί, θα τουφεκιστούν μιαν αυγή, εφτά μέρες αργότερα, στις 15 Νοεμβρίου με το Ιουλιανό, στις 28 με το Γρηγοριανό. Από την αλχημεία των αριθμών βγαίνει ότι, αγνοώντας τις ογδονταεφτά μέρες που λείπουν, ακολουθούμε ήδη το Γρηγοριανό που τότε ακόμη δεν ισχύει. Τα πράγματα γίνονται σε ανύποπτο χρόνο, η πραγματικότητα εκφεύγει απ' τα συνήθη μέτρα της νόησής μας, χάνει το καθορισμένο της περίγραμμα, υπάρχει σαν φαινόμενο αταξινόμητο. Χάρις στο διπλό της χρονικό ορισμό, γίνεται πολυδιάστατη, διαστημική, υπερβατική, αμφίρροπη, αμφίβολη. Ανασφαλής. Η τρέχο λογική διαβρώνεται, οι διαδικασίες λειτουργούν με απότελέσματα άδηλα. Έτσι κάπως οι πρωθυπουργοί κ.λπ. βρέθηκαν μια μέρα, μιαν αυγή, κολλημένοι στον τοίχο ενός στρατώνα. Υπεισήλθαν άλλα, απροσδόκητα. Ένα βαγόνι φράζει τη διάβαση, κι ο Υπολοχαγός με τον Ανθυπολοχαγό θα καθυστερήσουν στον προορισμό τους. Το τηλέφωνο χτυπάει επίμονα στο Φυλάκιο, διακόπτει τις σκέψεις του Ιγνάτιου, η συνέχεια θ' αλλάξει... Στο Κυλικείο, ο κύριος Κωστόπουλος πιέζει τη Φώφω να πάρει ένα ταξί και να γυρίσει σπίτι. "Θα πουντιάσεις εδώ", της λέει. Έχει απόλυτο δίκο, υπάρχουν ρεύματα και, με τον κόσμο που συνωθείται στο μπαρ είναι αδύνατο να παραγγείλεις κάτι ζεστό. Η Φώφω αρνείται, τυλίγεται στο παλτό της σα γάτα, γάτα ευτυχισμένη, τα μάτια της γελάνε. "Ποτέ δεν ήταν τόσο ερωτευμένη", λέει στον εαυτό του ο κύριος Κωστόπουλος... Ενώ πρωτογενείς και δευτερογενείς μύθοι διεκδικούν τον ψυχικό μας χώρο, συνεχίζεται η ζωή των ταπεινών Αψύχων και των Στοιχείων. Στο Σταθμό δίνεται πάντα μεγάλη μάχη ανάμεσα στα μόρια υγρασίας που ο αέρας μεταφέρει στα υπόστεγα και στα πηχτά λάδια που προστατεύουν το στιλπνό μέταλλο των μηχανών. Οι μυρωδιές του λαδιού και του πετρελαίου, καθησυχαστικές για την ανθρώπινη όσφρηση, θυμίζουν στους δύο αξιωματικούς ότι ο περιβάλλων χώρος κυβερνιέται απ' τον Άνθρωπο. Σχολιάζουν αυτή τη διαπίστωση, παρενθέτουν τον Δαρβίνο, φτάνουν μέχρι την ιδέα της Προόδου - το πέρασμα ελευθερώνεται. Προχωρούν τότε μέχρι τα εγκαταλειμμένα υπόστεγα του παλιού Τελωνείου. Ανεβαίνουν, βρίσκουν ένα κιτρινισμένο διάδρομο με ξεφτισμένες λαδομπογιές που φωτίζεται στο βάθος από ένα χλωμό λαμπτήρα. Ο Υπολοχαγός διασχίζει το διάδρομο με βήμα σταθερό, δεν πρόκειται για αναγνώριση εδάφους αλλά για επίσκεψη σε οικείο χώρο.

"Ελάτε", τους προσκαλεί μια γυναικεία φωνή στο χτύπημα της πόρτας. Έχει την τραγουδιστή προφορά της Σμύρνης, είναι νεανική, είναι δροσερή, αψηφά την περιβάλλουσα κακομοιριά. Ανοίγουν και μπαίνουν. Κι όμως, δεν μπήκαν ακόμη. Βρίσκονται μπροστά σ' ένα αυτοσχέδιο χώρισμα του δωματίου με πολύχρωμες κουρελούδες που κρέμονται από ένα σκοινί. Δηλαδή στον προθάλαμο. Ανάμεσα στην πόρτα και το παραβάν αυτό, ακουμπισμένοι στο πάτωμα, είναι πάνινοι μπόγοι, ένα κάδος με νερό, μια σκούπα κι ένα φαράσι, ένα κασόνι με κατσαρολικά. Αντικείμενα που θυμίζουν πλάνητα βίο, χρειώδη που σ' ένα καταυλισμό τσιγγάνων βρίσκονται μπροστά στις σκηνές.

Ο Ανθυπολοχαγός ξαφνικά ανησυχεί, βρίσκει ότι ο Υπολοχαγός το παρακάνει. Ο ίδιος δεν εγκρίνει καθόλου. Σκέφτεται ήδη πώς θα υποχωρήσει και πώς η υποχώρησή του θα περάσει απαρατήρητη. Επιπλέον, θυμάται τη στιγμή εκείνη ένα άρθρο που διάβασε πριν λίγες μέρες στην εφημερίδα "Το Φως". Ο λόγος ήταν περί "ορισμέων καταγγελιών εναντίον οπλιτών και οργάνων της αστυνομίας οι οποίοι μεταβαίνοντες εις τους συνοικισμούς των προσφύγων παρενοχλούν αυτούς και προσπαθούν να παρασύρουν γυναίκας και νεάνιδας εις την διαφθοράν" και περί αυστηρών μέτρων του Φρουραρχείου για όποιον "επιχειρεί να παραπλανήσει τα δυστυχή ταύτα θύματα της τουρκικής θηριωδείας". Ο Ανθυπολοχαγός δε θα ήθελε καθόλου μα καθόλου να εξομοιωθεί με "οπλίτας και αστυνομικά όργανα". Αλλά και πέραν αυτού, ο Αριστείδης Πάσχος δεν εγκρίνει. Συμφωνεί ότι κάθε εκμετάλλευσις των προσφύγων, όποιουδήποτε είδους, πρέπει να παταχθεί σκληρά.

Διαπιστώνει ωστόσο, όταν περνάει πίσω απ' τις κρεμασμένες κουρελούδες, ότι δε βρίσκεται καθόλου σε προσφυγικό καταυλισμό. Μάλλον πρόκειται για γυναικωνίτη πλουσίου εμίρη σε κάποια όαση εν μέσω της ερήμου. Βλέπει γύρω του δυο χαμηλούς οντάδες στρωμένους με τούρκικα χαλιά, ένα κρυστάλλινο ναργιλέ με κεχριμπαρένιο επιστόμιο, ένα πυρωμένο μαγκάλι, ένα μπρουντζινο δίσκο πάνω σε σκαλισμένο τρίποδο, πάνω στο δίσκο δυο μικροσκοπικά φλιντζανάκια του καφέ και, το κυριότερο, βλέπει τους καταναλωτές αυτού του καφέ, δύο "πλασματα" φύλου φυσικά θυλικού, με κοντομάνικα εμπριμέ καλοκαιρινά φουστάνια που - κρίνοντας απ' τ' απλωμένα χαρτιά μπροστά σ' ένα απ' αυτά τα πλάσματα, - περνούν τις μεταμεσονύκτιες ώρες μοναχικής θαλπωρής λέγοντας η μία τη μοίρα της στην άλλη, και συγκεκριμμένα η ξανθιά στη μελαχρινή. Ο Υπολοχαγός κάνει τις συστάσεις, η Λέλα, η Φανή. Η εκ του φυσικού ξανθή Φανή είναι κάπως στρουμπουλή και με σκούρα μάτια. Η Λέλα έχει μαύρα σγουρά μαλλιά, λεπτό κορμί και γαλανά μάτια.
- Να σας φιλέψουμε καφέ, προτείνουν τα κορίτσια.
- Να μη σας ενοχλήσουμε, ήρθαμε να δούμε αν είσαστε καλά, απάντάει ο Υπολοχαγός με όση υποκρισία απαιτείται.